Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Λόγος εις την υποκρισίαν(Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Κυρού Μελίτωνος) 

 


 Ομιλία του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Κυρού Μελίτωνος (1913-1989) στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, την Κυριακή της Τυροφάγου, 8η Απριλίου 1970

Αδελφοί μου
Είναι απλή η αλήθεια, καθαρή, ωραία, χαριτωμένη και στην τελευταία της ανάλυση η αλήθεια είναι αγάπη. Έτσι μας την παρουσίασε αυτός, που τόσο πολύ την επλησίασε: Ο Πλάτων. Έτσι μας την απεκάλυψεν ωσάν Ευαγγελικήν χάριν, ο Κύριος μας, την αλήθεια. Απλή, απλά. Εμείς την περιπλέξαμε. Εζητήσαμε το πέραν της απλότητος. Και αυτό δεν υπάρχει, γιατί δεν υπάρχει επέκεινα της αληθείας.
Ανεζητήσαμε την αλήθεια μέσα εις τους λαβυρίνθους της σοφιστείας, μέσα εις τους μαιάνδρους της αληθοφάνειας. Αλλ’ η αλήθεια, υπομονετική όπως είναι, σταθερή και ακεραία, επανέρχεται πίσω και κρούει την θύραν της ζωής μας. Έτσι την κρούει και σήμερα με την Ευαγγελική περικοπή, πού ακούσατε. Στην περικοπή δεν υπάρχει τίποτε ποιητική αδεία ή ως ρητορικόν σχήμα λόγου. Είναι απλή η αλήθεια. Σαφής ο λόγος του θεού. Τόσον σαφής και κατηγορηματικός, ώστε ούτε καν ανάγκην από ερμηνείαν έχει. Προσέξατε τι είπε: Απλά και αληθινά πράγματα: Εάν δεν συγχωρήσετε τους ανθρώπους δεν θα σας συγχώρηση ο Θεός. Το φαντασθήκατε ποτέ αυτό, ότι η θεία συγχώρησις εξαρτάται από την συγχώρησι του ανθρώπου προς τον συνάνθρωπόν του; Και όλα τα άλλα, όλα τα δήθεν αγαθά μας έργα, όλος ο μοντανισμός μας, όλη η μέριμνα μας διά την σωτηρίαν των άλλων, όλη η κρίσις μας περί του κόσμου από του ύψους της δήθεν αρετής μας, όλα αυτά δεν έχουν καμμίαν αξίαν και δεν μπορούν να φέρουν την Θεία συγχώρησιν, εάν δεν συμπληρωθούν με την συγγνωμικότητά μας προς τον συνάνθρωπόν μας.
Και αυτό μάς λέγεται από τον Κύριον αυτή την στιγμήν, που εισερχόμεθα εις την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν και μάς λέγεται εν συνάφεια με ό,τι μας έχει λεχθή τις τρεις προηγούμενες Κυριακές του Τριωδίου.
Την πρώτην Κυριακή, μάς είπε πως ο Τελώνης δικαιώθηκε, ο Φαρισαίος όχι. Την δεύτερη Κυριακή, μας είπε πως η μετάνοια του άσωτου έγινε δεκτή, ο άσωτος λυτρώθηκε, ενώ ο πρεσβύτερος αδελφός, ο δεύτερος άσωτος, η τραγική μορφή της παραβολής, έμεινε ανεξιλέωτος μέσα στην αυταρέσκεια του και αμέτοχος εις την παγκόσμια χαρά της σωτηρίας. Την τρίτη Κυριακή, μας απεκάλυψε το πλέον καταπληκτικό μυστικό των έσχατων, ότι η ανθρωπότης όλη θα κριθή με το πλέον απίθανο μέτρο. Το πλέον παράδοξον, επειδή είναι θείον μέτρον. Με τι; Με την ταυτοπροσώπησι του θεού προς τον ελάχιστο άνθρωπο. Τον γυμνό, τον πεινασμένο, τον διψασμένο, τον άρρωστο, τον ξένο, τον από οιαδήποτε αιτία σε φυλακή πεταμένο. Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου, των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε. Εφ’ όσον ουκ εποιήσατε, ουδέ εμοί εποιήσατε. Διότι, εγώ ήμουν αυτός ο πεταμένος, ο περιφρονημένος άνθρωπος. Και, αδελφοί μου, το θεανδρικόν μυστήριον προχωρεί: Εάν δεν συγχωρήσετε δεν θα συγχωρηθήτε. Και περαιτέρω: μη υποκρίνεσθε, γίνετε απλοί και ακέραιοι. Αν έχετε και την ελάχιστη αρετή προσποιηθήτε πως δεν την έχετε. Κρύψτε την, τότε την βλέπει ο Θεός, τότε αυτή φέρει καρπόν είς τό φανερό. Μην είσθε σκυθρωποί και βλοσυροί, για να φαίνεσθε άγιοι. Ποτέ δεν κάνει επίδειξι η αγιότης. Την αισθάνονται οι άνθρωποι και την ροφούν όπως το άρωμα του ρόδου, το όποιο δεν εξαγγέλλει ούτε την ομορφιά του, ούτε τη χάρι του, ούτε το άρωμα του. Και ακόμη, μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της Γης. Και δεν εννοεί, βέβαια, μόνον τους περιουσιακούς, μα ο,τιδήποτε θεωρούμεν ως πολύτιμον αγαθόν και διά την απόκτησιν του όποιου είμεθα έτοιμοι να μετέλθωμεν κάθε μέσον έννομο ή άνομο και για το όποιο πολύτιμο αγαθό είμεθα έτοιμοι να πουλήσουμε και αυτή την καρδιά μας. Γιατί, αλήθεια, είπεν ο Κύριος ότι εκεί όπου είναι ο θησαυρός του ανθρώπου, εκεί είναι και η καρδιά του.
Αδελφοί μου, θα σταθώ δ’ ολίγον εις το πρώτο σημείον, της αλληλοσυσχετίσεως της Θείας συγχωρήσεως προς την ανθρωπίνην. Δεν υπάρχει βαθύτερη θεολογική αλήθεια από αυτήν. Μας εισάγει εις το μυστήριον της σωτηρίας. Συγχωρούντες τον συνάνθρωπόν όχι μόνον κατανοούμεν, συνειδητοποιούμεν και κατακτώμεν την θείαν συγχώρησιν, αλλά και συμπράττομε στη σωτηρία μας. Σωζόμενοι, σώζομεν και σώζοντες σωζόμεθα. Είμεθα αλληλέγγυοι ως ανθρώπινο γένος. Συγχωρούντες λυπούμεθα ως μοναδική ανθρωπινή προσωπικότης. Όσοι δεν έχετε ποτέ συγχωρήσει στη ζωή σας, τότε, μετά τον Κύριο, υπάγετε και ερωτήσατε τον ψυχίατρο σας: που οφείλονται όλαι αι ψυχώσεις, νευρώσεις, πλέγματα, τα οποία, χωρίς να το θέλετε, κατευθύνουν πολλάς φοράς περίεργον κοινωνικήν συμπεριφοράν σας; Και αντιστρόφως, σεις που έχετε συγχωρήσει, αναγνωρίσατε και ομολογήσατε, πέραν της Κυριακής δικαιώσεως, τι εσωτερική βαθειά ελευθερία έχετε αποκτήσει.
Και τώρα έρχομαι εις το δεύτερο σημείον της περικοπής: Αυτό της υποκρισίας. Τίποτε δεν καυτηρίασε ο Κύριος τόσο πολύ, όσο την υποκρισία.
Και ορθώς, εις αυτήν είδεν, ότι υπάρχει πάντοτε ο μεγαλύτερος παραπλανητικός κίνδυνος, δηλαδή το εωσφορικόν αγγελοφανές φως. Είναι πράγματι φοβερή η δύναμις της υποκρισίας. Τόσο γι’ αυτόν που τη ζή και την ασκεί, όσο και γι’ αυτούς που την υφίστανται.
Και είναι επικίνδυνη ή υποκρισία, γιατί ανταποκρίνεται προς βαθύτατον ψυχολογικόν αίτημα του ανθρώπου. O άνθρωπος θέλει να φανή αυτός πού δεν είναι. Ακόμη και ενώπιον του εαυτού του και ενώπιον του θεού. Και έτσι ξεφεύγει από την αλήθεια και την απλότητα και φυσικά και από την μετάνοιαν και την σωτηρίαν.
Σε λίγες ώρες έξω από αυτόν τον ναόν, έξω από την γαλήνην του, εις τους δρόμους αυτής της Πολιτείας, θα παρέλαση ο Καρνάβαλος. Μη τον περιφρονήσετε και μη τον χλευάσετε και μη με κατακρίνετε, πού τον αναφέρω αύτη τη στιγμή. Δεν είναι καθόλου άσχετος με το μέγιστο πρόβλημα της υποκρισίας. Να τον προσέξετε εφέτος τον Καρνάβαλο με σεβασμό και βαθύ στοχασμό. Είναι πανάρχαιο το φαινόμενο και είναι φαινόμενο βαθύτατου και αγχώδους αιτήματος της ψυχής του άνθρωπου, να λυτρωθή από την καθημερινή του υποκρισία με μίαν έκφρασιν ανωνύμου, διονυσιακής νέας υποκρισίας.
Είναι τραγική μορφή ο Καρνάβαλος.
Ζητεί να λυτρωθή από την υποκρισίαν υποκρινόμενος.
Ζητεί να καταλύση όλες τις ποικίλες προσωπίδες, πού φορεί κάθε μέρα με μία νέα, την πιο απίθανη.
Ζητεί να εκκενώση ό,τι υπάρχει απωθημένο μέσα στο υποσυνείδητό του και να ελευθερωθή, αλλά ελευθερία δεν υπάρχει, η τραγωδία του Καρνάβαλου παραμένει άλυτη.
Το βαθύτατο αίτημά του είναι να μεταμορφωθή. Εδώ, λοιπόν, είναι η θέσις της Εκκλησίας, κοντά στον Καρνάβαλο. Σ’ αυτόν πού ζητεί μεταμόρφωση, το κεντρικό κήρυγμα της Ορθοδοξίας. Τη μεταμόρφωσι. Να μη τον καταδικάσουμε, λοιπόν, τον Καρνάβαλο, αλλά να σταθούμε και κάτω από την προσωπίδα του να ακούσωμε την αγωνία του, την έκκλησί του και το δάκρυ του. Επαναλαμβάνω, της Ορθοδοξίας το βαθύτερο κήρυγμα ζητεί ο Καρνάβαλος, περιφερόμενος εις τους δρόμους της Πολιτείας: Τη μεταμόρφωσι.
Και είναι ο ειλικρινέστερος και εντιμότερος των υποκριτών. Ίσως θα νομίσετε, ότι αστειεύομαι. Απολύτως όχι. Δεν υπάρχει σοβαρώτερο πρόβλημα αύτη την ώρα δια την Εκκλησίαν. Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξος, η δική μας Εκκλησία, να νοηθή ως άσχετη προς τη ζωή, προς τους καιρούς, προς την αγωνίαν αυτής της ώρας, προς τα φλέγοντα προβλήματα αυτής της στιγμής, απλώς ως πόλις επάνω ορούς κειμένη και θεωρούσα τα περί αυτήν. Ως Εκκλησία είμεθα εμπεπλεγμένοι εις την πορείαν του γένους των ανθρώπων, εις την μεγάλην αυτήν περιπέτεια, που ονομάζεται Ιστορία, άγουσα εις την τελείωσιν των εσχάτων. Υποκρινόμενοι την χθες, απουσιάζομεν από την σήμερον και η αυριον έρχεται άνευ ημών.
Ομιλών εις την 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν της Γενεύης, είχον ειπεί: «Η χθες παρήλθε προ πολλού, ούτε καν την σήμερον ζώμεν, μας προέλαβεν η μεθαύριον». Το επαναλαμβάνω αυτό σήμερον εντονώτερον. Διότι είναι η πέραν της αυτάρκους υποκρισίας αλήθεια, η απλή, η ευκολωτέρα αντιμετώπισις των προβλημάτων είναι να τα χλευάση και να τα κατακρίνη κανείς και να αντιπαρέλθη, όπως ο Ιερεύς και ο λευΐτης της Σαμαρειτικής παραβολής. Αλλά η πληγή είναι εδώ και κράζει. Ποιος μπορεί υπευθύνως να μας πη, ότι είναι έξω κάθε ιστορικής, εξελικτικής πραγματικότητας όλα αυτά τα συνταρακτικά γεγονότα και φαινόμενα της νέας γενεάς της ανθρωπότητος, η έξαλλη μουσική, οι έξαλλοι χοροί, η έξαλλη επένδυσις, όλη αυτή η παγκόσμιος επανάστασις της νεολαίας;
Άν όλοι οι μικρόνοες, όλοι οι εθελατυφλούντες, όλοι οι παρελθοντολόγοι και εγκαυχώμενοι δια την αρετήν της εποχής των συνωμοτήσουν, δια να κατακρίνουν όλα αυτά τα πράγματα, η Εκκλησία έχει χρέος να σταθή με θεανδρικήν κατανόησιν, ενανθρωπιζομένη όπως ο Κύριος της εν μέσω ενός νέου κόσμου, πού έρχεται μακρόθεν, και να ακούση αυτή την αγωνιώδη κραυγήν, πού αναπηδά από όλα αυτά τα θεωρούμενα από μας έξαλλα πράγματα. Κάτι έχει να μας πή με όλα αυτά τα φαινόμενα αυτός ο κόσμος, που έρχεται νέος εις το προσκήνιον της Ιστορίας. Τα νομιζόμενα έξαλλα δι’ ημάς τους παλαιούς, όταν λάβωμεν ύπ’ όψιν το φοβερόν γεγονός, ότι ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής μας είναι η τεραστία απόστασις, που υπάρχει στη διαδοχή των γενεών, δηλαδή η γενεά, η οποία έρχεται έπειτα από εμένα έχει απόστασιν τριών γενεών. Πώς έχομεν την αξίωσιν να την κατανοήσωμεν ημείς αυτήν την νέαν γενεάν, που έρχεται, εάν δεν είμεθα Εκκλησία Χριστού συνεχώς ενανθρωπίζομένη, συνεχώς μεταμορφουμένη και συνεχώς μεταμορφώνουσα;
Ασφαλώς θα έχετε πληροφορηθη την εμφάνισι μιας νέας επιστήμης, της μελλοντολογίας, επιστήμης που ασχολείται με την διερεύνησην και την μελέτην προκαταβολικώς του μέλλοντος ενός απίθανου μέλλοντος διά τον κόσμον εις την προόρασιν του οποίου καλείται και η Εκκλησία. Τι υπάρχει εις το βάθος αυτής της νέας επιστήμης; Η νοσταλγία και αναζήτησις του προφητικού στοιχείου. Άνευ αυτού, η Εκκλησία είναι χωρίς πυξίδα. Με πλήρη γνώσιν αυτήν της ανάγκης και αυτού του αιτήματος των καιρών, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, υπό την εμπνευσμένην ηγεσίαν του μεγάλου Πατριάρχου Αθηναγόρου του Α’, έχει συλλάβει το αίτημα του ανθρωπίνου γένους δι’ ενότητα. Και είναι η μοίρα του προφητικού στοιχείου, ακόμη και εις αυτήν την Ιερουσαλήμ, «Ιερουσαλήμ η αποκτείνουσα τους Προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμένους προς αυτήν. Πολλάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ως όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας και ουκ ηθελήσατε· ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος» (Ματθ. Κγ, 37-38). Αλλ’ ο οίκος μας δεν θα μείνη έρημος. Τα νοσσία θα επισυναχθούν υπό την όρνιθα, την Μητέρα – Εκκλησία. Είναι η προφητεία του Κυρίου, είναι το θέλημα Του, η αγωνιώδης κραυγή της διαστημικής εποχής της Ανθρωπότητος.
Δεν θα επιζήσωμεν ως χριστιανικαί επί μέρους Εκκλησίαι καί Ομολογίαι του κύματος αυτού των επερχομένων, εάν δεν ενωθώμεν όλοι εν Χριστώ Ιησού. Είναι πλέον η ώρα να λυτρωθώμεν εκ της αντιπατερικής ιδέας, ότι η Εκκλησία μόνον μέχρις ενός ορισμένου σημείου της Ιστορίας ήτο δυνατόν να ερμηνεύση την θείαν Αποκάλυψην. Πρέπει, επί πλέον του πατερικού πνεύματος, να αναλάβωμεν ως Εκκλησία την θείαν υπευθυνότητα και τόλμην και γενναιότητα των Πατέρων και να θεολογήσωμεν τον Χριστόν, το Ευαγγέλιον και την Εκκλησίαν. Όχι με νομοκρατικήν Φαρμακίδειον, φερ’ ειπείν, σωματειακήν αντίληψιν της Εκκλησίας, αλλά της Εκκλησίας ως Σώματος Χρίστου, ζώντος εν τη αναστάσει.
Αδελφοί μου,
Τώρα εισερχόμεθα εις την Αγίαν Τεσσαρακοστήν και στο βάθος μας αναμένει το δράμα, το θαύμα και το βίωμα της Αναστάσεως, το κατ’ εξοχήν βίωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ας πορευθώμεν προς αυτό το όραμα και βίωμα, όχι ασυγχώρητοι, όχι μη συγχωρήσαντες, όχι εν νηστεία απλώς κρέατος και ελαίου, όχι εν υποκρισία, αλλά εν θεία ελευθερία εν πνεύματι καί αληθεία. Εν τω πνεύματι της αληθείας, εν τη αληθεία του πνεύματος.
Πηγή: Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Κύρου Μελίτωνος, Λόγοι και Ομιλίαι, 1991, εκδ. Πανσέληνος

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Η δασεία και το δίγαμμα ζουν και βασιλεύουν


Οι αρχαίοι Έλληνες έγραφαν με κεφαλαία γράμματα, χωρίς κενά διαστήματα, χωρίς σημεία στίξης και χωρίς τόνους, γιατί όλα αυτά περιέχονταν μέσα στις ίδιες τις λέξεις που άλλαζαν το ύψος της  φωνής. Αργότερα, με τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου ο ελληνικός κόσμος και ο πολιτισμός του επεκτάθηκαν ως τις Ινδίες. Η ελληνική γλώσσα γίνεται πλέον κοινό κτήμα ενός τεράστιου και πολυποίκιλου πληθυσμού και η αττική διάλεκτος δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει αμετάβλητη. Θα αποκτήσει λοιπόν μια νέα γλωσσική μορφή, την ονομαζόμενη ελληνιστική Κοινή ή απλώς Κοινή. Οι Αλεξανδρινοί γραμματικοί ήταν αυτοί που επινόησαν τους τόνους. Αιτία ήταν  να μη χαθεί η προσωδιακή προφορά και να προφέρονται σωστά οι αρχαίες λέξεις. Έτσι, η οξεία, η βαρεία και η περισπωμένη, η δασεία και η ψιλή εφευρίσκονται και χρησιμοποιούνται ως οδηγοί ορθού τονισμού λέξεων για τους σπουδαστές κατ’ αρχάς των ρητορικών σχολών. Σύντομα όμως η χρήση των τόνων καθιερώθηκε στη γραφή, καθώς φάνηκε να βοηθάει και τους ξένους των ελληνιστικών πόλεων στην προφορά των ελληνικών λέξεων. Ο πρώτος γραμματικός που δημιουργεί και χρησιμοποιεί τονικά σύμβολα είναι ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (τέλη 3ου και αρχές 2ου αι. π.Χ.).
Θα περάσουν 2.000 χρόνια από τότε και ένα νομοσχέδιο (μαζί με έναν νόμο άσχετο)  θα έρθει στη Βουλή των Ελλήνων μια νύχτα της 11ης  Ιανουαρίου του 1982, για την κατάργηση των τόνων και των πνευμάτων, το λεγόμενο Mονοτονικό.  Χωρίς βεβαίως να ερωτηθεί η Ακαδημία Αθηνών ούτε οι Φιλοσοφικές Σχολές των Πανεπιστημίων ούτε οι Εταιρείες Συγγραφέων και Λογοτεχνών, ούτε ένας γλωσσολόγος, ένας επιστήμονας... Ψηφίσθηκε λοιπόν από κάποιους εναπομείναντες νυσταγμένους βουλευτές εκείνη τη νύχτα  ένας νόμος, σχεδιασμένος στο γόνατο, για να κερδίσουν μόνο, όπως ειπώθηκε, τα τυπογραφεία και τα στοιχειοθετικά τους μηχανήματα με τις μονοτονικές μήτρες γραφής που είχαν ήδη ξεκινήσει από το 1975.
 «Ό,τι λοιπόν έπλασαν αιώνες, στις 2 μετά τα μεσάνυχτα, το εγκρέμισαν 30 περίπου βουλευτές… Σκανδαλώδης, επιπόλαιη πράξη αντεθνικής βαρύτητας», επαναλαμβάνει στο Έθνος της 8.5.1990 ο ποιητής μας Νικηφόρος Βρεττάκος. 
Βοήθησε όμως, άραγε,  στο ελάχιστο τη διδασκαλία και την εκμάθηση της ορθογραφίας της γλώσσας μας; Έμαθαν οι νέοι καλύτερα τη γλώσσα μας, ή αντιθέτως τα γραπτά τους βρίθουν λαθών και η λεξιπενία καλά κρατεί;
Προς πείσμα όλων ωστόσο, ό,τι διαγράφεται διά νόμου δεν εξαφανίζεται από τη γλώσσα, η οποία έχει τις δικές τις σθεναρές αντιστάσεις  γιατί διέπεται από τους δικούς της νόμους.
Οι δασείες, φερ’ειπείν, που δήλωναν την εκβολή μικρού ποσού αέρα, μιας άχνας (τουλάχιστον στην αρχαιοελληνική ομιλία) μαζί με τον συνοδευτικό ήχο του γράμματος, υπάρχουν  μέσα στις λέξεις της δημοτικής και μπορούμε να τις ανακαλύψουμε πολύ εύκολα. Αν θέλουμε να ξέρουμε ποιες λέξεις δασύνονται μπορούμε να το βρούμε με τη σύνθεση μιας πρόθεσης. Διότι τα ψιλά σύμφωνα του τέλους των πρώτων συνθετικών (κ,π,τ,) τρέπονται αυτόματα σε δασέα (χ,φ,θ,) αντίστοιχα. Και αυτό φαίνεται σε φράσεις που οι δύο λέξεις δεν έχουν ενωθεί σε μία. Όπως, εφ’ λης της ύλης, εφ’ πλου κ.λπ.
 Σήμερα λοιπόν, παρά την επιβολή του μονοτονικού, εξακολουθεί να υπάρχει η δασεία χωρίς δυστυχώς οι περισσότεροι πια να το ξέρουν. Γι’ αυτό λέμε «υπ-στυνόμος» ή «υφ-πουργός», «Μας επέστησε την προσοχή», αλλά «Σας εφιστώ την προσοχή». Ο σκοπός δεν είναι μόνο η συνηχητική πνοή της δασείας που διασώζεται στη γλώσσα (αντι-λληνισμός – ανθελληνισμός, επί-ερεση – εφεύρεση) αλλά και το μελικό σχήμα των λέξεων, αφού η ελληνική γλώσσα έχει μουσικότητα,  μελωδία και αρμονία.
Με τον ίδιο τρόπο εξηγείται επίσης και μια μεγάλη σειρά λέξεων όπως: καθ- ρίζω, υφ- στάμενος, μεθ-όρτια, εφ-πλιστής, πενθ-μερο, νυχθ-μερόν, καθ-μιλουμένη, έφ-ππος, κ.ο.κ.
Άλλωστε, η δασεία έχει διατηρηθεί σε όλες τις λέξεις με ελληνική προέλευση των ξένων γλωσσών. Οι Λατίνοι και  οι Δυτικοί την ελληνική δασεία την προφέρουν και τη γράφουν άλλοτε, κυρίως, ως  h (ρα, hora, hour, ρωας, hero), άλλοτε ως s (πτά, septem, seven), άλλοτε ως  v (σπέρα, verper) και άλλοτε ως c (λη=θαλπωρή, caldor=θερμότητα).  Οι Ρώσοι μάλιστα την τονίζουν περισσότερο: ρως - γκερόι, ρμονία - γκαρμόνιγια. Έτσι μπορούμε να καταφύγουμε και εμείς εκεί για να βοηθηθούμε με τις δασείες μας. 
Επομένως, αφού μέσα από τα λατινικά έχουν περάσει χιλιάδες ελληνικές λέξεις σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, όταν έχουμε Helen, history, horizon, hyper, hagiology, harmony, hema- ή haema για το αμα, Hades για τον  δη, ξέρουμε ότι όλες αυτές οι ελληνικές λέξεις παίρνουν δασεία. Ευτυχώς, μας τις έχουν διαφυλάξει οι δυτικές γλώσσες στις λέξεις που προέρχονται από την ελληνική, ακόμη και στο δασυνόμενο . Η δασύτητα του  τρέπεται συνήθως σε f (ίγος, frigus, fridge ) αλλά τονίζεται και με h (ητορική, rhetotoric).
Το ίδιο συμβαίνει και με το αρχαιότατο ελληνικό δίγαμμα «F» το οποίο αφαιρέθηκε από το αττικό αλφάβητο το 403 π.Χ. επί άρχοντος Ευκλείδου, μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου.  Διασώζεται όμως ακόμη στην ελληνική, π.χ. στη λέξη «έτος», η οποία είχε μπροστά της το δίγαμμα (Fέτος), το οποίο από ό,τι φαίνεται δεν κατάφερε να εξαφανισθεί , όπως μας αποκαλύπτεται η λέξη «εφέτος» (επί+Fέτος), που το φ δεν είναι αποτέλεσμα δασείας, αφού η λέξη παίρνει ψιλή, αλλά λόγω του διγάμματος. Και διά του λόγου το ασφαλές, κάποιες λέξεις που στην αρχαία είχαν δίγαμμα, και η προφορά τους ήταν μεταξύ βήτα και φι, όπως βασιλεFς, ναFς, θα δούμε ότι προφέρονται όχι όπως ο καντηλανάφτης, αλλά κάτι ενδιάμεσο μεταξύ του -αβ και του -αφ.

Το Ετυμολογικό της εγκυκλοπαίδειας Larousse μας πληροφορεί ότι κρατήθηκε το δίγαμμα στις λατινογενείς γλώσσες προφανώς από διάλεκτο που το διατηρούσε κατά τη στιγμή του δανεισμού. Αυτή η διάλεκτος πρέπει να είναι η αρκαδοκυπριακή. Εφόσον γνωρίζουμε καλά ότι  οι Αρκάδες είχαν μετοικίσει με τον Εύανδρο από το Παλλάντιο της Αρκαδίας  περί τα μέσα της δεύτερης χιλιετίας π.Χ., ενώ ο Αρκάς Οινωτρός, ο εγγονός του Πελασγού, είναι ο «μυθικός» οικιστής του Τάραντα, όπως μας λέει και ο Παυσανίας. Ακολούθησαν και δεύτερες και τρίτες μεταναστεύσεις και η αρκαδοκυπριακή είχε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της το δίγαμμα, κυρίως ως αρκτικό. Εξ ου fεστία, vesta, fείδω, video, fοίνος, vino, wine κ.ο.κ.
Η γλώσσα είναι το γενεαλογικό δέντρο ενός λαού, το υλικό περίβλημα της νόησης. Στους χαλεπούς καιρούς μας κινδυνεύει σε ατονία και φοβόμαστε ότι η μονοτονία θα είναι το πνευματικό μας πεπρωμένο.
Καταλήγουμε με τον Νικηφόρο Βρεττάκο, που υπογράμμιζε: «Υπερτιμήθηκε η άποψη ότι διευκολύνει τους μαθητές (το μονοτονικό), κάτι που ίσως είναι αντιπαιδαγωγικό. Υπάρχει άλλωστε μια παράδοση που εκφράζει την άποψη μεγάλων παιδαγωγών, οι οποίοι επιμένουν ότι το παιδί πρέπει να κοπιάζει για να γίνει άνθρωπος ικανός, ώστε στη ζωή του του ν’ αντιμετωπίσει όλες τις αντιξοότητες.
Παραγκωνίσθηκαν οι λόγοι που επέβαλαν στους Αλεξανδρινούς χρόνους την καθιέρωση των τόνων, οι οποίοι ισχύουν και σήμερα. Ας ελπίσουμε ότι θα επανεξετασθεί μελλοντικά το θέμα και ότι θα επικρατήσουν σωφρονέστερες απόψεις».
Μαρ.Μαρ. texnografia
 ΧΙΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΕΒΕΖΑ 1957 1958 .. ΜΑΡΓΑΡΩΝΑ

 ΑΝΘΟΚΗΠΟΣ

 ΒΡΥΣΟΥΛΑ

 ΤΑ ΠΕΥΚΑΚΙΑ ΣΤΙΣ ΔΟΞΕΣ ΤΟΥΣ

Προσθήκη λεζάντας
Ο ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΜΑΡΓΑΡΩΝΑ

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Η Ναυμαχια του Ακτιου

Η Ναυμαχία του Ακτίου (2 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ.) ήταν ναυτική αναμέτρηση ανάμεσα στον Οκταβιανό από τη μια πλευρά και τον Μάρκο Αντώνιο και το ναυτικό της Κλεοπάτρας από την άλλη, που έγινε στο Άκτιο, λίγο έξω από τη σημερινή πόλη της Πρέβεζας. Η ναυμαχία ήταν συνέπεια του εμφύλιου πόλεμου ανάμεσα στον Γάιο Οκτάβιο και τον Μάρκο Αντώνιο, που διεκδικούσαν, μετά τη δολοφονία του Καίσαρα, την εξουσία στο απέραντο κράτος της Ρώμης.Τελείωσε με την ήττα του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας και τη διαφυγή τους.


Η σημαντικότερη ημερομηνία για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ιδίως για τους Λατίνους ιστορικούς, είναι η 2α Σεπτεμβρίου του 31 π.Χ., η ημέρα πού έγινε η Ναυμαχία του Ακτίου που έκρινε την τύχη της ανώτατης ηγεσίας του ρωμαϊκού Κράτους. Το Άκτιο είναι το ακροτελεύτιο ακρωτήριο της Ακαρνανίας, στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου, απέναντι από την Πρέβεζα, από την οποία απέχει μόλις 725 m. Αντίπαλοι ήταν από τη μία πλευρά ο Γάιος Οκτάβιος (Gaius Octavius), μετέπειτα Αυτοκράτωρ Αύγουστος (Augustus), ή Οκταβιανός (Octavian) και από την άλλη ο Μάρκος Αντώνιος (Marcus Antonius), γαμπρός του Οκταβιανού (είχε παντρευτεί την Οκταβία, αδελφή του Οκταβιανού) και η Βασίλισσα της Αιγύπτου Κλεοπάτρα Ζ'. Ο Γάιος Οκτάβιος έπεισε τη Σύγκλητο να επιτεθεί στον Μάρκο Αντώνιο, με την κατηγορία ότι σύνηψε ερωτική σχέση και συμμαχία με την Κλεοπάτρα και ότι σκόπευε να παραδώσει στους Αιγύπτιους Ρωμαϊκή γη.

Το όνομα Κλεοπάτρα ετυμολογικά προέρχεται από τις αρχαίες λέξεις κλέος (=δόξα) και πατήρ και αφορά επτά (7) βασίλισσες της Αιγύπτου. Η τελευταία από αυτές είναι η Κλεοπάτρα η Ζ' (Κλεοπάτρα Φιλοπάτωρ, Ιανουάριος 69 π.Χ. – 12 Αυγούστου, 30 π.Χ.). Η Κλεοπάτρα Ζ' ήταν συγκυβερνήτης της Αρχαίας Αιγύπτου με τον πατέρα της Πτολεμαίο ΙΒ' και αργότερα με τα αδέρφια και ταυτοχρόνως συζύγους της, Πτολεμαίο ΙΓ' και Πτολεμαίο ΙΔ'. Αργότερα έγινε η ανώτατη μονάρχις της Αιγύπτου, και σύναψε συμμαχία με τον Γάιο Ιούλιο Καίσαρα (Gaius Julius Caesar) που της εξασφάλισε το θρόνο. Με τον Ιούλιο Καίσαρα συνδέθηκε ερωτικά και απέκτησαν ένα παιδί, τον Καισαρίωνα. Μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα, το 44 π.Χ., συστρατεύτηκε με τον Μάρκο Αντώνιο, τον οποίο ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε με βάση το Αιγυπτιακό εθιμοτυπικό. Απέκτησαν τρία παιδιά (Κλεοπάτρα Σελήνη Β', Αλέξανδρος Ήλιος, Πτολεμαίος Φιλάδελφος). Οι ενώσεις της με τους αδερφούς της δεν είχαν ως αποτέλεσμα γεννήσεις παιδιών. Άλλωστε οι σχέσεις τους δεν ήταν ιδιαίτερα καλές.
Η βασιλεία της Κλεοπάτρας Ζ' σηματοδοτεί το τέλος της Ελληνιστικής και την αρχή της Ρωμαϊκής Περιόδου στην ανατολική Μεσόγειο. Αποτέλεσε τον τελευταίο Φαραώ της Αρχαίας Αιγύπτου, καθώς ο γιος της Καισαρίων βασίλεψε μόνο κατ' όνομα, προτού εκτελεστεί με διαταγή του Οκταβιανού μετά την τραγωδία της Ναυμαχίας του Ακτίου. Τα υπόλοιπα τρία, ορφανά μετά την αυτοκτονία της, παιδιά έλαβαν χάρη από τον Οκταβιανό, μεταφέρθηκαν στη Ρώμη και τα μεγάλωσε η Οκταβία, χήρα του Μάρκου Αντώνιου.


Η πλευρά του Οκταβιανού

Ο Γάιος Οκτάβιος απέπλευσε από το Βρινδήσιο (Brindisiun, σημερινό Πρίντεζι) με ισχυρές ναυτικές και στρατιωτικές δυνάμεις. Κάτω από την αρχηγία του ικανότατου ναυάρχου (στρατηγού) Μάρκου Αγρίππα (Marcus Vipsanius Agrippa) κατέπλευσαν στο λιμάνι Κόμαρος (σημερινός Μύτικας) 400 πολεμικά πλοία με 75.000 πεζούς στρατιώτες, και 12.000 ιππείς. Μαρμάρινη προτομή του Αγρίππα εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Νικοπόλεως. Η προτομή βρέθηκε τυχαία από τον Ιωάννη Νούσια φύλακα του μουσείου Νικοπόλεως σε παρακείμενο χωράφι.
Υπολογίζεται ότι ο Γάιος Οκτάβιος έφτασε στην Πρέβεζα ένα μήνα νωρίτερα από τη ναυμαχία του Ακτίου και οχύρωσε το αρχηγείο του σε λόφο ύψους περίπου 100 μέτρων, βόρεια της κοινότητας Σμυρτούλας, εκεί που ανακαλύφθηκε το Μνημείο Αυγούστου. Πέραν του Αγρίππα, τον Γάϊο Οκτάβιο συνόδευαν οι στρατηγοί του Λούκιος Αρρούντιος (Lucius Arruntius), Μάρκος Λούριος (Marcus Lurius) και ο Μάρκος Οκτάβιος (Marcus Octavius). Ο στόλος του Οκτάβιου παρατάχθηκε δυτικά του Παντοκράτορα Πρέβεζας. Ειδικότερα, ο Μάρκος Οκτάβιος, ο Μάρκος Ουϊψάνιος (Marcus Uepsanius), o Λούσιος Αρρόντιος και ο Οκταβιανός παρατάχθηκαν στα ανοικτά του Ιονίου, παράλληλα προς τις αντίπαλες διατάξεις. Νότια της θαλάσσιας περιοχής του Ακτίου παρατάχθηκε με τα πλοία του ο Μάρκος Λούριος, ενώ ο Τ. Στατίλιος (Τ. Statilius), ήταν επικεφαλής του στρατοπέδου του Οκταβιανού στο λόφο της Σμυρτούλας.

Η πλευρά του Μάρκου Αντώνιου και Κλεοπάτρας

Ο Μάρκος Αντώνιος με την Κλεοπάτρα έφτασαν καθυστερημένα στην περιοχή, και οχύρωσαν βιαστικά ένα στρατόπεδο στο Άκτιο, κοντά στο σημερινό αεροδρόμιο του ΝΑΤΟ, αλλά και ένα μικρότερο προχωρημένο φυλάκιο στη χερσόνησο της Πρέβεζας. Είχαν 480 πολεμικά πλοία, 60.000 πεζούς στρατιώτες και 12.000 ιππείς. Τα πλοία του Αντωνίου, αιγυπτιακής κατασκευής τα περισσότερα, ήταν μεγάλα και ισχυρά, οπλισμένα με πύργους, πετροβόλες μηχανές (καταπέλτες) και κόρακες (τεράστιες σιδερένιες αρπάγες). Αυτό όμως τα καθιστούσε και δυσκίνητα.
Ο στόλος του ενισχυόταν και από 60 Αιγυπτιακά πλοία της Κλεοπάτρας. Λέγεται ότι η Κλεοπάτρα έλαβε μέρος στη Ναυμαχία με τη Βασιλική ναυαρχίδα της, την "Αντωνία", με όλα τα κοσμήματα και θησαυρούς, κατά την Αιγυπτιακή παράδοση. Ενώ όμως ήταν ολοφάνερη η υλική υπεροχή του Αντώνιου, μεγάλο μέρος του στόλου του ήταν ουσιαστικά άχρηστο γιατί παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες να στρατολογηθούν πληρώματα ο αριθμός των κωπηλατών ήταν ανεπαρκής. Η θέση του Αντώνιου ήταν ήδη δύσκολη, αλλά επιδεινώθηκε γιατί μετά από αποκλεισμό του στρατηγού Αγρίππα στερήθηκε το πόσιμο νερό.
Ο Μάρκος Αντώνιος είχε επικεφαλής των ναυτικών του δυνάμεων τον Μάρκο Ινστήϊο (Marcus Insteius), τον Γάϊο Σόσιο (Gaius Sosius), και τον Κλαύδιο Καίλιο (Claudius Kaelius), ενώ στην ξηρά τον Πούβλιο Κανίδιο Κράσσο (Publius Canidius Crassus). Πέραν αυτών υπήρχαν και Αιγύπτιοι στρατιωτικοί και ναυτικοί. Ο Μάρκος Αντώνιος και η Κλεοπάτρα παρατάχθηκαν στον εγγύς θαλάσσιο χώρο του Στενού Πρεβέζης, από τον Παντοκράτορα μέχρι την περιοχή του σημερινού αεροδρομίου του Ακτίου, ανατολικά της παράταξης των πλοίων του Οκταβιανού. Ο Μάρκος Αντώνιος παρατάχθηκε βόρεια, ο Μάρκος Ινστήϊος κεντρικά και ο Γάιος Σόσιος με τον Κλαύδιο Καΐλιο νότια. Κατά τη διάρκεια της Ναυμαχίας έγινε εκ μέρους του Αντωνίου κίνηση υπερκεράσεως με πλεύση σκαφών εντός του Αμβρακικού κόλπου προσθίως της χερσονήσου της Λασκάρας. Ο Πούβλιος Κανίδιος Κράσσος ήταν επικεφαλής του στρατοπέδου του Αντωνίου στο Άκτιο.

Η ναυμαχία του Ακτίου

Η αλήθεια είναι ότι επιθυμία του Μάρκου Αντωνίου ήταν να γίνει μάχη επί ξηράς και όχι ναυμαχία. Εξάλλου όλες οι προετοιμασίες εκατέρωθεν αποσκοπούσαν σε μάχη επί ξηράς. Όμως υπήρξε διαμάχη ανάμεσα στο επιτελείο του Μάρκου Αντώνιου και τους επιτελείς Αιγύπτιους στρατηγούς της Κλεοπάτρας σχετικά με το θέμα, και τελικά αποφασίσθηκε η αναμέτρηση στη θάλασσα.
Η ναυμαχία άργησε να ξεκινήσει λόγω άπνοιας. Φαίνεται να ξεκίνησε στις 12.00 το μεσημέρι της 2ας Σεπτεμβρίου 31 π.Χ. με βορειοδυτικό άνεμο και συνεχίστηκε μέχρι αργά το απόγευμα. Η σύγκρουση έγινε στο κέντρο της παράταξης, έξω από το Στενό της Πρέβεζας, απέναντι και λίγο βόρεια του Αεροδρομίου του Ακτίου. Τα μικρά και ευέλικτα πλοία του Αγρίππα (λατινικά liburnae και Ελληνικά λιβυρνίδες) άρχισαν να εμβολίζουν το ένα μετά το άλλο τα δυσκίνητα πλοία του Μάρκου Αντώνιου. Πρόσφατες τοπικές έρευνες του Αμερικανού αρχαιολόγου εναλίων αρχαιοτήτων William Murray έδειξαν ότι σαφώς χρησιμοποιήθηκαν και ναυτικοί καταπέλτες που εκτοξεύουν λίθινες σφαίρες διαμέτρου περίπου 20-30cm. Κάποιες από αυτές έχουν φωτογραφηθεί στο βυθό, όπως και ένα πιθανό τμήμα πλοίου.
Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας τα εμβολιζόμενα πλοία παρεδίδοντο στην πυρά, πυρπολούμενα, ή αιχμαλωτίζονταν. Ενώ η ναυμαχία του Ακτίου εξελίσσονταν, το μεγαλύτερο τμήμα του επίγειου στρατού του Μάρκου Αντώνιου αυτομόλησε και παραδόθηκε στον Αγρίππα. Η Κλεοπάτρα, παρατηρώντας αμέτοχη τις εξελίξεις, πανικοβλήθηκε και αποχώρησε από το χώρο της ναυμαχίας, ξεφεύγοντας μέσα από ένα άνοιγμα των αντιπάλων πλοίων, αφήνοντας αβοήθητο και τραυματισμένο τον Αντώνιο. Επικράτησε πανικός και τελικά ο Μάρκος Αντώνιος διέφυγε με τα απομεινάρια του στόλου του, ακολουθώντας την Κλεοπάτρα.
Οι απώλειες της ναυμαχίας κατά τον Πλούταρχο φαίνεται να ήταν πενήντα πλοία του Αντώνιου και 5.000 άνδρες νεκροί (αρκετοί από τους οποίους πνίγηκαν). Πολλά πλοία αιχμαλωτίστηκαν από τον Αγρίππα αλλά και αρκετά παραδόθηκαν στην πυρά, αφού τους αφαιρέθηκαν τα χάλκινα έμβολα. Είναι βέβαιο ότι αφαιρέθηκαν τουλάχιστον 50 έμβολα, εκ των οποίων τα 36 τοποθετήθηκαν στο Μνημείο Αυγούστου και τα υπόλοιπα εστάλησαν στη Ρώμη. Ο Οκταβιανός είχε νικήσει και κατέστη κυρίαρχος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Τελικά μετά από τέσσερα χρόνια, το 27 π.Χ., ο Οκταβιανός ανακηρύχθηκε στη Ρώμη πρώτος Princeps της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και υιοθέτησε τον τίτλο Augustus (Αύγουστος). Σε ανάμνηση της νίκης του έχτισε στο Άκτιο μεγαλύτερο και μεγαλοπρεπέστερο Ναό του Ακτίου Απόλλωνα, και καθιέρωσε να γίνονται κάθε πέντε χρόνια (από το έτος 28 π. Χ.) τα Άκτια, αγώνες με την ίδια επισημότητα που είχαν τα Ολύμπια, τα Ίσθμια, τα Πύθια και τα Νέμεα.
Ο Οκτάβιος επίσης έκτισε μια καινούργια πόλη, τη Νικόπολη (Nicopolis, Nikopolis), για να θυμίζει τη νίκη του, απέναντι από το Άκτιο, περίπου οκτώ χιλιόμετρα από την Πρέβεζα. Θαυμαστά δημόσια κτίρια της Νικόπολης είναι το Ρωμαϊκό Ωδείο (700 θέσεις), οι τρεις θέρμες (Δημόσια Λουτρά), το Θέατρο Οκταβιανού (2000 θέσεις), το Ρωμαϊκό Υδραγωγείο Νικόπολης (μήκους 50 χιλιομέτρων) με το Νυμφαίον του, το Ρωμαϊκό Στάδιο, το Γυμνάσιο, τα Ρωμαϊκά Τείχη, κλπ. Όμως το κυριότερο έργο του Αύγουστου Οκταβιανού είναι το λεγόμενο ‘’Μνημείο Αυγούστου’’ ένας ναός αφιερωμένος στους Θεούς Άρη και Ποσειδώνα, στο λόφο της Σμυρτούλας Πρέβεζας, ο οποίος κτίστηκε ακριβώς στο σημείο που είχε το αρχηγείο του.


Μετά τη ναυμαχία

Ο θάνατος της Κλεοπάτρας, πίνακας του Ρέτζιναλντ Άρθουρ, 1892
Η Κλεοπάτρα διέφυγε με το στόλο της μέσα από ένα κενό της διάταξης των εχθρικών πλοίων, έφτασε στην Αλεξάνδρεια και ενημέρωσε ψευδώς το λαό της ότι δήθεν νίκησαν στη ναυμαχία. Ο Μάρκος Αντώνιος επέστρεψε από το Άκτιο στην Αίγυπτο τραυματισμένος ελαφρά, με ένα τμήμα του στρατού του (το υπόλοιπο είχε αυτομολήσει). Μετά από ένα διάστημα μηνών ο Αύγουστος αποβιβάστηκε σε άλλη περιοχή της Αιγύπτου και όδευσε προς την Αλεξάνδρεια.
Κατά μία άποψη ο Αντώνιος βγήκε στην έρημο και «κτυπήθηκε» ανεπιτυχώς με τον Οκταβιανό. Άλλη άποψη λέει ότι ο στρατός του παραδόθηκε ή αυτομόλησε στον Οκταβιανό. Ο Μάρκος Αντώνιος τραυματίστηκε βαριά και επέστρεψε στα ανάκτορα της Κλεοπάτρας μεταφερόμενος σε άρμα. Κατά μία εκδοχή πέθανε σε λίγες ώρες από αιμορραγία ενώ κατ' άλλη εκδοχή λέγεται ότι αυτοκτόνησε με το ξίφος του μαθαίνοντας πως η Κλεοπάτρα είχε πεθάνει.
Σύμφωνα με έναν αυτόπτη μάρτυρα, τον Ολύμπιο, μεταφέρθηκε κοντά σε εκείνη και πέθανε στα χέρια της. Η Κλεοπάτρα φυγάδευσε τον 17χρονο γιό της Καισαρίωνα έγκαιρα, αλλά τελικά το παιδί συνελήφθη και εκτελέστηκε μαζί με το δάσκαλό του, με εντολή του Οκταβιανού. Λέγεται ότι δίνοντας την εντολή ο Οκταβιανός είπε «Υπερβολικά πολλοί Καίσαρες». Ο Οκταβιανός εισέβαλε στην Αλεξάνδρεια και άρχισε διαπραγματεύσεις με την Κλεοπάτρα. Κάποια στιγμή «συμφώνησαν» να οδηγηθεί η Κλεοπάτρα στη Ρώμη και να δηλώσει υποταγή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αλλά να παραμείνει στον Αιγυπτιακό θρόνο ο γιος της Καισαρίων, πράγμα πού δεν αποδέχθηκε ο Οκταβιανός. Έτσι, η Κλεοπάτρα, υπό το πρόσχημα προετοιμασίας Αιγυπτιακής κηδείας για τον Αντώνιο, στις 12 Αυγούστου 30 π.Χ., κλείσθηκε σε ένα χώρο του ανακτόρου της και κατά την παράδοση, αυτοκτόνησε με τσίμπημα κόμπρας στο στήθος. Το ίδιο έκαναν και οι δύο πιστές της υπηρέτριες. Κατά μια άλλη άποψη η αυτοκτονία έγινε με κάποιο δηλητήριο.
Οι Ρωμαίοι έσπασαν την πόρτα με πολιορκητικό κριό και βλέποντας το πτώμα της Κλεοπάτρας, ο Αύγουστος είπε «Νίκησες Κλεοπάτρα». Στα άλλα τρία παιδιά του Αντώνιου δόθηκε χάρη από τον Οκταβιανό και μεταφέρθηκαν στη Ρώμη όπου τα μεγάλωσε η Οκταβία, αδερφή του Οκταβιανού και χήρα πλέον του Αντώνιου. Το κορίτσι, η Κλεοπάτρα Σελήνη, μεγάλωσε κανονικά και παντρεύτηκε το Βασιλιά Ιούβα ΙΙ της Μαυριτανίας με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Για τα άλλα δύο παιδιά της Κλεοπάτρας και του Αντωνίου, δεν υπάρχουν πληροφορίες.

Η διαφυγή της Κλεοπάτρας

Η κλασσική άποψη των ιστορικών, με βάση τις περιγραφές του Πλούταρχου, είναι ότι η Κλεοπάτρα διέφυγε διασπώντας τον κλοιό μεταξύ Λούσιου Αρούντιου και Μάρκου Λούριου. Ξέφυγε δηλαδή μέσα από χάσμα της διάταξης των πλοίων. Κατά μία άλλη άποψη, καθαρά προφορική, μη αποδεκτή από την πλειοψηφία των αρχαιολόγων, οι Αιγύπτιοι στρατηγοί της Κλεοπάτρας είχαν σχέδιο διαφυγής το οποίο εκτελέστηκε με επιτυχία. Κατά τη δεύτερη αυτή άποψη, τα πλοία της συγκεντρώθηκαν στον όρμο Αγίου Νικολάου Αιτωλοακαρνανίας. Από εκεί μέσω ενός καναλιού (αυλακιού) διαμέτρου 5 μέτρων (υπάρχει και σήμερα, με το όνομα διώρυγα Κλεοπάτρας) πού είχαν από πριν σκάψει και καμουφλάρει κατάλληλα με δέντρα, εισήλθαν στην αβαθή ελώδη λίμνη Βουλκαριά. Από εκεί ρυμούλκησαν τα πλοία μέσα στην ελώδη περιοχή η οποία συνδέει τη λίμνη Βουλκαριά με τον Όρμο Παλαίρου Αιτωλοακαρνανίας. Από εκεί τα πλοία διέφυγαν προς την Αίγυπτο, περνώντας ανάμεσα στα νησιά Μεγανήσι και Κάλαμος γειτονικά της Λευκάδας.
Οι αρχαιολόγοι δεν υιοθετούν αυτή την άποψη διαφυγής της Κλεοπάτρας και ισχυρίζονται ότι το κανάλι της Κλεοπάτρας είναι μεταγενέστερο», και ουδεμία σχέση έχει με εκείνη την ιστορική περίοδο. Ο τίτλος «Κανάλι της Κλεοπάτρας» είναι εντελώς αυθαίρετος ιστορικά. Σύμφωνα με Γερμανό αρχαιολόγο, ο οποίος δήλωσε ότι πραγματοποίησε τομή εδάφους το έτος 2000, διαπίστωσε ότι το κανάλι είναι μεταγενέστερο, περί το 1.000 μ.Χ.
Είναι απίθανη αυτή η εκδοχή διαφυγής της Κλεοπάτρας μέσα από το μεταγενέστερο «Κανάλι Κλεοπάτρας», διότι η απόσταση μεταξύ της νότιας όχθης της λίμνης Βουλκαριάς και του Όρμου της Παλαίρου είναι περίπου 8 χιλιόμετρα και όχι πάντα ελώδους έκτασης. Τέτοιο έδαφος δεν είναι καθόλου κατάλληλο για πλεύση ή έστω για σύρσιμο βαρέων πλοίων με σχοινιά.

Το Μνημείο Αυγούστου στη Νικόπολη

Στους αρχαιολόγους και τους ιστορικούς ήταν ήδη γνωστό από τον Δίωνα Κάσσιο (51.1.3) ότι «ο Οκταβιανός ανήγειρε Μνημείο το οποίο κόσμησε με τα χάλκινα έμβολα των αιχμαλωτισθέντων πλοίων, στο χώρο όπου είχε στρατοπεδεύσει». Επίσης ο Στράβων (7.7.6) μνημονεύει το λόφο της Σμυρτούλας, ως «ιερό λόφο του Απόλλωνα». Πριν από εκατό περίπου χρόνια, περίπου 1.500 μέτρα βόρεια από τη Νικόπολη, σε μια πλαγιά κάτω από τους λόφους της σημερινής κοινότητας Νικόπολη (Σμυρτούλα) βρέθηκε το κρηπίδωμα του Βωμού -ή Μνημείου- του Αυγούστου, πού χτίστηκε αφιερωμένο στους θεούς Άρη και Ποσειδώνα. Το Μνημείο ανασκάφτηκε το έτος 1911 από τον Αλέξανδρο Φιλαδελφέα. Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, δυστυχώς τα Ιταλικά στρατεύματα λεηλάτησαν το χώρο αυτό, είτε με σκοπό την κατασκευή οχυρωματικών έργων στο λόφο, είτε με σκοπό την αρχαιοκαπηλία. Πέραν αυτού, πολλές αμμοληψίες πού έγιναν στην περιοχή, είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί καθίζηση όλο το Μνημείο. Πρόσφατα, τα έτη 1995-2007, με τη χρηματοδότηση Ευρωπαϊκών προγραμμάτων όπως το Interreg ΙΙ, η ΙΒ' Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων υπό την εποπτεία του καθηγητή Δρ. Κων. Ζάχου πραγματοποίησε στο Μνημείο Αυγούστου έργα ανασκαφών, αναστήλωσης και τεκμηρίωσης.
Το Μνημείο Αυγούστου ήταν κτίριο μήκους 62 μ. και πλάτους 45 μ. όπου ο Αύγουστος είχε δώσει εντολή να τοποθετηθούν, σε ειδικά λαξευμένες «θήκες», 36 πραγματικά ακρόπρωρα (έμβολα) διαφόρων μεγεθών από πλοία της Κλεοπάτρας και του Αντώνιου. Τα έμβολα αυτά έχουν συληθεί ή αφαιρέθηκαν μεταγενέστερα για να κοπούν νομίσματα ή να κατασκευασθούν άλλα μεταλλικά αντικείμενα, επί Θεοδοσίου. Σύμφωνα με αρχαίες πηγές η διακόσμηση μνημείων με έμβολα πλοίων ύστερα από νικηφόρα ναυμαχία αποτελούσε παλαιά συνήθεια των Ρωμαίων. Το πιο φημισμένο μνημείο αυτού του είδους ήταν το βήμα της Αγοράς (Forum) στην Αρχαία Ρώμη γνωστό ως Rostra (έμβολοι). Το μνημείο αυτό, που είχε ανακαινισθεί πολλές φορές και είχε μετακινηθεί από την αρχική του θέση, έφερε δύο παράλληλες σειρές εμβόλων.
Τα Rostra, μνημείο της αρχαίας Ρώμης. Οι "θήκες" για τα έμβολα-τρόπαια φαίνονται κάτω αριστερά στην εικόνα
Επίσης πέραν του Μνημείου Αυγούστου πού είχε 36 έμβολα, υπάρχουν αρχαίες πηγές πού αναφέρουν ότι έμβολα από τη Ναυμαχία του Ακτίου τοποθετήθηκαν από τον Αύγουστο και μπροστά από τον Ναό του Ιουλίου Καίσαρα στη Ρώμη (Rostra Aedis Divi Julii). Σημειωτέον ότι παγκοσμίως έχει βρεθεί μόνο ένα μεταλλικό έμβολο αρχαίου πολεμικού πλοίου, στην παραθαλάσσια πόλη Αθλίτ (Athlit) του Ισραήλ (Περιοδικό Αρχαιολογία 2000, και William Murray, 2004) και σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο της Χάϊφας του Ισραήλ. Το έμβολο αυτό ταιριάζει ακριβώς σε μία από τις οπές του Μνημείου Αυγούστου. Κατά τον William Murray πρέπει να κατασκευάσθηκε στην Κύπρο περί τον 2ο αιώνα πχ και φαίνεται ότι το ίδιο ακριβώς είδος πλοίου και εμβόλου κατασκευάζονταν και την εποχή που έγινε η Ναυμαχία του Ακτίου.
Στο Μνημείο Αυγούστου άρχισε το έτος 1995 ανασκαφές η ΙΒ' Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων υπό τον καθηγητή αρχαιολογίας Δρ. Κωνσταντίνο Ζάχο, με σημαντικά ευρήματα. Το έτος 2001, στο άνω άνδηρο του Μνημείου, βρέθηκε μονολιθικό ημικυκλικό μαρμάρινο βάθρο, το οποίο φέρει ανάγλυφη αρχαϊστική παράσταση δέκα ηρώων και θεών του ελληνικού πανθέου και επίστεψη από εναλλασσόμενα άνθη λωτού και ανθέμια. Μεταξύ των μορφών στην ημικυκλική επιφάνεια, διακρίνονται ο Απόλλωνας, η Άρτεμις, ο Ερμής, συνοδευόμενος από τρεις Χάριτες, ο Ηρακλής, και η Αθηνά. Πιθανολογείται η ύπαρξη και δεύτερου τέτοιου βάθρου (Κων. Ζάχος, 2001). Το εύρημα θεωρείται πολύ σημαντικό, είναι σχεδόν βέβαιο ότι πρόκειται για το βάθρο του αγάλματος του Νίκωνα, και η ανακάλυψη δημοσιεύθηκε σε Ελληνικά και ξένα περιοδικά Αρχαιολογίας. Το βάθρο αυτό ήδη συντηρείται και θα εκτεθεί στο Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Νικοπόλεως.
Κατά τις εργασίες αποκατάστασης του Μνημείου Αυγούστου, βρέθηκε από την ομάδα Ζάχου ένα υπόλειμμα μεταλλικού εμβόλου περί τα 50 κιλά το οποίο αφαιρέθηκε προσεκτικά και φυλάσσεται για να εκτεθεί στο Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Νικοπόλεως. Επίσης βρέθηκε μαρμάρινη κεφαλή αγάλματος του Οκταβιανού.
Στο Μνημείο Αυγούστου έχουν επίσης βρεθεί αρκετά θραύσματα μιας τεράστιας αναθηματικής επιγραφής στα λατινικά. Μετά από χρόνια ερευνών τελικά η επιγραφή συναρμολογήθηκε και σήμερα το κείμενο έχει ως εξής: «Vacat Imp. Caesar Divi Juli f Victoriam Consecutus Bello Quod Pro Republica Gessit In Hac Regione Consul Quintum Imperator Septimum Pace Parta Terra Marique Neptuno et Marti Castra ex Quibus Ad Hostem Insequendum Egressus Est Navalibus Spoliis Exornata Consacravit Vacat». Μετάφραση: «Ο αυτοκράτωρ στρατηγός Καίσαρ, γιος του θεϊκού Ιουλίου, μετά τη νικηφόρα έκβαση του πολέμου πού διεξήγαγε υπέρ της δημοκρατίας σε αυτή την περιοχή, όταν ήταν ύπατος για πέμπτη φορά και στρατηγός για έβδομη, μετά την εδραίωση της ειρήνης στην στεριά και τη θάλασσα, αφιέρωσε στον Ποσειδώνα και στον Άρη το στρατόπεδο από όπου εφόρμησε κατά του εχθρού, το οποίο τώρα κοσμείται με λάφυρα των πλοίων».
Επίσης, πέραν της λατινικής επιγραφής και του μαρμάρινου βάθρου του Νίκωνα, στο Μνημείο Αυγούστου η αρχαιολογική σκαπάνη τα τελευταία δέκα χρόνια έχει αποκαλύψει εκατοντάδες θραύσματα, εκ των οποίων μέχρι στιγμής το κυριότερο είναι ένα σύνολο πέντε μαρμάρινων θραυσμάτων μίας ανάγλυφης πλάκας της ζωφόρου του βωμού μήκους 282cm με απεικονίσεις. Η αρχαιολογική έρευνα στο χώρο συνεχίζεται.